Η Βασίλισσα του Χορού


Σαν σήμερα, 2 Απριλίου 1805 γεννιέται ο δανός Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, συγγραφέας. Η ενασχόληση του με το χαρτί - αντίθετα με ότι γνωρίζουμε οι περισσότεροι - δεν περιορίζεται στη συγγραφή. Ο Άντερσεν σχεδιάζει, σκιτσάρει και δημιουργεί κολάζ ή εντυπωσιακά αναπτύγματα από χαρτί, που όλα λειτουργούν ως λεπτομερείς σημειώσεις για μελλοντικά διηγήματα. Η παρακάτω κυρία είναι δικό του κολάζ και χρησιμοποιήθηκε ως στολίδι στο χριστουγεννιάτικο δέντρο του σπουδαίου παραμυθά. Για μένα πάλι, ήταν αφετηρία για ένα μικρό διήγημα. Σκέφτηκα ότι θα ήταν ενδιαφέρουσα αντ-αλλαγή να βρεθεί ο συγκεκριμένος συγγραφέας να κάνει τη δουλειά του εικονογράφου. Για τον εικονογράφο πάλι, που άλλαξε θέση με το συγγραφέα, δεν παίρνω και όρκο...!




Lady on her toes in dress with bow knots and puff sleeves. Christmas tree decoration. 26 x 15 cm. By Hans Christian Andersen


Η κεντρική σάλα της μπυραρίας μύριζε πετρέλαιο και καπνό. Οι θαμώνες, τον ιδρώτα της ημέρας που φεύγει. Η βραδινή υγρασία εγκλώβιζε χαμηλά, στα ρουθούνια, αυτή την αποπνικτική ατμόσφαιρα ενώ ο λιγοστός καθαρός αέρας βρισκόταν ήδη πολύ ψηλά, κάπου στα ξυλινα δοκάρια της οροφής, σίγουρος ότι κανείς και τίποτα δεν μπορεί να του κόψει το δρόμο.
Η Γκρέτελ σκούπισε το τραπέζι που μόλις είχε αδειάσει, με το πατσαβούρι που είχε μόνιμα περασμένο στη ζώνη της ποδιάς της. Πέταξε τα αποφάγια από τα πιάτα σ' ένα φαρδύ κοφίνι και με το πόδι της, το έσπρωξε στη μεριά της πόρτας. Για να το αδειάσει έξω, μετά. 
Πίσω από το μπαρ, ακούγονταν τα ποτήρια της μπύρας, όπως τα έπλενε και τα τακτοποιούσε το αφεντικό της. Κοίταξε την ώρα. Δεν ήταν αργά και επιπλέον θα είχε και λίγο χρόνο να ξεπλέξει τις κοτσίδες της και να τις ξαναφτιάξει από την αρχή. Του έκανε νόημα, όπως είχανε συμφωνήσει. Εκείνος έγνεψε καταφατικά αν και το μουστάκι του δεν φάνηκε να συμφωνεί καθόλου. Η γυναίκα του, από την άλλη μεριά του πάγκου, τον αγριοκοίταξε αλλά δεν είπε τίποτα. Δεν  της άρεσε που μια τέτοια βραδιά, με τόσο κόσμο, θα μένανε χωρίς δεύτερη σερβιτόρα αλλά είχε κι εκείνη συμφωνήσει και μάλιστα από μέρες.

Ο Χανς ήταν αξιωματικός του ναυτικού, στην υπηρεσία του βασιλικού στόλου, εδώ και πέντε χρόνια. Είχε ξεκινήσει από πολύ χαμηλά και από ένα λιμάνι, πολύ μακριά. Πού και πώς είχε βρεθεί στο νησάκι της Αγίας Ελένης ήταν κάτι που σχεδόν ποτέ δεν ανέφερε ο ίδιος αλλά όλοι ξέρανε ότι όταν μπάρκαρε από εκεί, στο καράβι της επιστροφής  στην Αμβέρσα, η γνωριμία του με έναν επιφανή υπόδικο, υπήρξε καθοριστική. Τα υπόλοιπα, ήταν λίγο πολύ γνωστά. 'Οχι όμως και στη νεαρή Γκρέτελ, που γοητευμένη από τις περιπέτειες της ζωής του όπως εκείνος τις αράδιαζε στο τραπεζάκι της μπυραρίας, τον άκουγε με μεγάλη προσοχή. Οι φαρδιές πλάτες της μοιάζανε να μπορούν να σηκώσουν το βάρος της ζωής του και οι βραδινές εκατέρωθεν πια εκμυστηρεύσεις, έγιναν καθημερινή συνήθεια, όποτε εκείνος δεν βρίσκονταν στη θάλασσα.

Η Βασίλισσα γιόρταζε την επιστροφή μιας ακόμη ναυαρχίδας της φορτωμένη αλάτι, υφάσματα και μπαχαρικά. Τα μπλε παπούτσια της Γκρέτελ αντήχησαν ρυθμικά στις μαρμάρινες σκάλες, όπως τις ανέβαινε, στηριγμένη απαλά στο μπράτσο του Χανς. Στην κορυφή ο θαλαμηπόλος περίμενε για ν' ανοίξει τις πόρτες και να τους αναγγείλει.

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις